- 2025.04.13
- Παναγιώτης Τερπάνδρου
Από ανάρτηση του Π.Τ στο Meta όπου αναφέρεται επιγραμματικά στην υπογεννητικότητα :
Διασταύρωσα μια ανάρτηση του φίλου Δημήτρη Δικαιοσθένη και δυστυχώς επαληθεύεται:
- Γεννήσεις: 16.092
- Θάνατοι : 34.213
Οι γεννήσεις των Ελληνογενών είναι πλέον λιγότερες από το μισό των θανάτων. Και το χειρότερο; Ελλείψει παιδείας και Ελληνικού περιβάλλοντος, οι λίγοι Ελληνογενείς δεν εξελίσσονται σε Έλληνες.
Το Υπουργείο Οικογένειας ανύπαρκτο. Ούτε καν ασχολείται με το δημογραφικό. Μόνο με τις woke αηδίες.
Το αποτέλεσμα; ΤΙ ΤΟ ΕΙΔΟΣ ΠΟΥ ΠΛΗΘΑΙΝΕΙ ΣΕ ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΥ ΠΕΘΑΙΝΕΙ!

Σκισμένα τζιν ακριβοπληρωμένα, που ούτε λέτσοι θα φορούσαν...
Αξύριστ-ατημέλητοι με κότσους και τσουλούφια,
σκουλαρήκια, τατουάζ, φιγουράρουνε στην πλαζ...
Ανελλήνιστες μορφές. Λες να πταίει ο … καφές;
Σαραντάχρονα μπακούρια, γεροντοκόρες μεσ' την φούρια, αγάπη ψάχνουν σε ΤV... μα καταλήγουν μοναχοί..
Με βόλτα σκύλο ή γατί…
Άτεκνοι συνταξιούχοι, Δημοσίου προνομιούχοι
παίζουν Λόττο, παίζουν τάβλι, το αργόσχολο σουραύλι...
Άδειες Παιδικές Χαρές, πλήρεις σκύλων κοπριές…
Και οι λίγοι νέοι μακαρίζουν Αμερική, και πιθηκίζουν...
Πέφτουν των τα παντελόνια. (Ουδείς των δεν δουλεύει)
Είναι ξένα τα γκαρσόνια!
Μασημένη τους τροφή... του μπαμπά το μαγαζί.
Όλο "selfies" για "τσεκ ιν" προτεταμένες γλώσσες,
Τρίχα ψάξε, δεν θα βρεις… ξεπουπουλιασμένες κλώσσες.
Ακουστικά στα αυτιά και βλέμματα χαμένα,
μια ζωή "σπουδάζουν" κι ονειρεύονται τα ξένα.
Μα κι αν όλοι σπουδαγμένοι, πες μου, που οι μορφωμένοι...;
Σαν τα στόματα ανοίγουν και τα πάντα γύρω θίγουν,
μαλλιαρή λαλιά αρθρώνουν... Χωρίς τα 'νι' και 'σίγμα' τους, οι λέξεις μαραζώνουν.
Greeklish πάντα στην γραφή! Και η γλώσσα; Σαν πορδή:
«Γουάο, φίλε! Ο μι τζι! Κουλ ο τύπος! Face τζι τζι!" «Διαπολιτισμικά» πια τα σχολεία... συ τί θέλεις ιστορία;
Δασκαλίσκοι μας διαβάζουν ότι "γάτες και πουλιά μονιάζουν..."
Όλοι κι όλα είναι ίδια, μέσ’ στην στάνη σαν τα γίδια!
Αντιρησίας είσ' εσύ; Βούλωσέ το "ρατσιστή"!
Αντιρατσιστικούς ψηφίσαν νόμους. Θα σου στείλουν κι αστυνόμους!
Τί μας λες; "Ελληνισμός"; Αυτό κι αν είναι "Φασισμός"!
Τους προγόνους σαν ‘παινέσεις, ετοιμάσου να πονέσεις...
Τούρκος, Σλάβος, ό,τι νά 'ναι! Μη πεις "Έλλην"... Θα σε φάνε!
«Πατριώτη» αν σε πούνε, κάλιο μάτια να σου βγούνε
Ρετσινιά" είναι μεγάλη! Θα σου σπάσουν το κεφάλι...!
Το "διαφορετικό" να αγκαλιάσεις! Το δικό σου να ξεχάσεις!
Νεοταξίτης ενταγμένος, μπαίνεις μόνο αλεσμένος.
Βάσει "τύπων" πια η σκέψη! Φαντασία; Έχει στερέψει...
Το ποτάμι δεν γυρίζει - το νερό δεν καθαρίζει!
Κι αν τα βλέπεις άνω κάτω, μπες κι εσύ να πιάσεις πάτο.
Βάλε κρίκο και στην μύτη για ... γεώτρηση στην κοίτη.
Ροκ, ρέιβ, σόουλ και ποπ! Τζαζ, προγκρέσιβ και χιπ χοπ !
Άνευ Μούσας "μουσική...", πάνω κάτω η κεφαλή!
Άνα χείρας το σφηνάκι για να "ρίξεις" γκομενάκι...
Γεροροκάδες τσακισμένοι, αριστερίσκοι βολεμένοι,
χέρι χέρι gay parade... Λεμονάδα; Lemonade!
Μαλλιαρή ψευτοκουλτούρα, κι εκδηλώσεις με μαστούρα...
Τσιγαράκι, εσπρεσάκι, σαγιονάρες στο παπάκι...με εξέχουσα κοιλία, αμιγής γελοιογραφία!
ΤΙ ΤΟ ΕΙΔΟΣ ΠΟΥ ΠΛΗΘΑΙΝΕΙ ΣΕ ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΥ ΠΕΘΑΙΝΕΙ!!
Τί κι αν ζω στην χώρα του φωτός; Τώρα πια αλλοδαπός!
«Πώς καταντήσαμε έτσι;» Μερικοί θ' αναρωτιέστε...
Κι όμως, όλα εξηγούνται αν τους μύθους δεν βαριέστε!
Αν Οδύσσεια θυμάστε, για την Κίρκη να διαβάσ’τε.
Οι συντρόφοι του Οδυσσέα μπεκροπίνανε παρέα…
Τους πότισε η Κίρκη με κρασί γεμάτο λήθη.
ΚΑΙ ΣΑΝ ΞΕΧΑΣΑΝ ΠΩΣ ΗΣΑΝ ΕΛΛΗΝΕΣ, ΑΥΤΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΘΗΚΑΝ ΣΕ ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ.
(Παναγιώτης Τερπάνδρου Ζαχαρίου εποίησεν)

Καλύτερα γουρούνια παρά άνθρωποι!
Γράφει η Παρασκευή Σιδερά-Λύτρα
Πλήρης ανάρτηση εδώ
Μεταφράζω από τα γερμανικά αποσπασματικά, τί διηγείται ο Οδυσσέας του Feuchtwanger, μετά την επιστροφή του στην Ιθάκη, για την περιπέτειά του με την Κίρκη:

«Όταν ημέρεψα την Κίρκη και μοιράστηκα μαζί της το ομορφοστρωμένο κρεββάτι, κίνησα να πάω να επαναμεταμορφώσω τους συντρόφους. Στα χέρια κρατούσα το ιαματικό χορτάρι, που μού είχε δώσει ο Ερμής, ο αγγελιοφόρος των θεών, το μαγικό βοτάνι μώλυ· η ρίζα του είναι μαύρη, κάτασπρο σαν το γάλα το άνθος του και θεϊκή η δύναμή του. Όταν έφτασα στο χοιροστάσιο, βρήκα όλους τους συντρόφους μαζεμένους, είκοσι δύο τον αριθμό. (…) Τους φώναξα, κουνώντας την παντοδύναμη ρίζα, και τους είπα: “Σηκωθείτε, φίλοι, αγαπημένοι σύντροφοι, ελάτε, ν᾽ αγγίξω στο αγκαθωτό δέρμα σας το ιαματικό βοτάνι. Έτσι και σάς αγγίξω, θα επανέλθει και πάλι η ανθρώπινη μορφή, τα μακριά, όρθια πόδια, το λείο δέρμα και η προσφιλής ανθρώπινη φωνή”.
Αυτοί εντωμεταξύ, καθώς με άκουγαν, στριμώχνονταν στη γωνιά, και από μένα μακριά, προφανώς φοβισμένοι από μένα και το βότανό μου. (…) “Ακούστε με ωστόσο, φίλοι, και νιώστε με. Ο μεγάλος θεός Ερμής μού έδωσε αυτό το βότανο, το μώλυ, να λύσω τα εχθρικά μάγια. Αφήστε ν᾽ακουμπήσω το τρίχωμα, και γίνετε πάλι άνθρωποι. Αποκτήστε πάλι γνώριμη μορφή”. Εντούτοις αυτοί ακόμα πιο φοβισμένοι και από πρίν, σπρώχνονταν μακριά και γρύλιζαν, σαν κάτι κακό να τους επέκειτο, και μια και η πόρτα του χοιροστασίου ήταν ανοιχτή, τράπηκαν σε φυγή. (…) τελικά σύρθηκα κρυφά και κατάφερα ν᾽ αγγίξω ένα από τα γουρούνια με το βότανό μου. Ευθύς έπεσε το δέρμα με τις άγριες τρίχες, και μπροστά μου στεκόταν ο σύντροφός μου Ελπήνωρ, ο πιο νέος από όλους μας, ένας μέτριος νεανίσκος, μήτε στον πόλεμο διακεκριμένος μήτε και με νου ιδιαίτερα ποικισμένος. Όρθιος μὲ ανθρώπινη μορφή στεκόταν εμπρός μου. Δεν μ᾽ έκλεισε όμως, όπως περίμενα, στην αγκαλιά του, δεν ζητωκραύγασε και δεν ήταν ευτυχής.
Αντιθέτως μέ έβριζε και μού έλεγε:
“Ήλθες κιόλας πάλι, κακέ, ασίγαστε; Θέλεις να μάς βασανίσεις εκ νέου, να εκθέσεις τα σώματά μας σε κινδύνους και να αναγκάσεις τις καρδιές μας να πάρουν νέες αποφάσεις, Ήταν γλυκά να είμαι, όπως ήμουνα, να κυλιέμαι στον ήλιο και στη λάσπη, ν᾽ απολαμβάνω το φαΐ και το πιοτί, να γρυλίζω και να είμαι ελεύθερος από αμφιβολίες: να πράξω τούτο ή εκείνο; Γιατί ήλθες και με κυνηγάς, για να γυρίσω στη μισητή προηγούμενη ύπαρξη;”
Έτσι έβριζε και καταριόταν κι έκλαιγε.
Κατόπιν πήγε και ήπιε και μέθυσε καί έπεσε να κοιμηθεί επάνω στη στέγη του σπιτιού της Κίρκης. Οι άλλοι σύντροφοι όμως, τα γουρούνια, γύρισαν πίσω και τον ξύπνησαν με τα γρυλίσματα και τα αγκομαχητά τους. Ακόμα ναρκωμένος από το κρασί και από τον ύπνο, πλήρης βαρειάς νοσταλγίας, κύλησε προς τους συντρόφους. Αλλά δεν πέτυχε τη σκάλα κι έπεσε από τη στέγη στον θάνατο. …»
