ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ
Σε αναρτήσεις σχετικές με την εξόντωση των Χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας υπάρχουν αναφορές στις Πορείες Θανάτου και στα Τάγματα Εργασίας, οι λέξεις που τις περιγράφουν είναι φτωχές και ανήμπορες να περιγράψουν την φρικιαστική πραγματικότητα.
Θέμα του βιβλίου είναι ακριβώς οι πορείες ανδρών – γυναικών προς το εσωτερικό της Τουρκίας, η ζωή στα τάγματα εργασίας (τα περιβόητα «αμελέ ταμπουρού») τα οποία συγκροτούσαν οι Τούρκοι από τους αλλοεθνείς στρατεύσιμους όταν άρχισαν οι πρώτοι διωγμοί μετά το 1914 και στα οποία μαρτύρησαν χιλιάδες άνθρωποι το 1922, ιδίως μετά την κατάρρευση του μετώπου και την υποχώρηση του ελληνικού στρατού.
Ο Ηλίας Βενέζης (1904-1973) «στρατολογήθηκε» στα τάγματα εργασίας και συγκαταλέγεται στους ελάχιστους που κατόρθωσαν να επιζήσουν. Κάτω από άθλιες συνθήκες διαβίωσης, που αποδεκατίζουν το εξαθλιωμένο πλήθος των σκλάβων – αιχμαλώτων, με το μαρτύριο της δίψας και της πείνας πάντοτε παρόν, με τις επιδημίες να θερίζουν, με ατελείωτες εξαντλητικές οδοιπορίες, με βιασμούς και κάθε τύπου αγριότητες, οι στρατολογημένοι σπάζουν πέτρες, ανοίγουν δρόμους, επισκευάζουν γέφυρες, με έκδηλη τη διάθεση των Τούρκων να τους εκδικηθούν.
Σ’ αυτή τη θλιβερή και ετοιμοθάνατη πομπή, που μετακινείται συνεχώς, ο άνθρωπος παύει να έχει προσωπικότητα, γίνεται ένας αριθμός χωρίς παρελθόν, χωρίς ιστορία και χωρίς μέλλον. Μετατρέπεται σε άθυρμα στα χέρια των αντιπάλων του, μια ύπαρξη χωρίς καμιά, κανενός είδους αξία, μέσα στη φρίκη, τον παραλογισμό και την παραφροσύνη του πολέμου. Η εφευρετικότητα που επιδεικνύουν στους τρόπους βασανισμού οι ανά τις εποχές νικητές απέναντι στους κατά καιρούς ηττημένους δεν αποτελεί προνόμιο και μοναδικότητα ενός και μόνου λαού, ούτε μπορεί να υπάρξει διαβάθμιση στις αγριότητες και στην ποικιλόμορφη έκφραση εκδικητικότητας και μίσους, όταν αποχαλινώνονται τα ανθρώπινα πάθη.

Μερικά αποσπάσματα από την 47η Έκδοσή του Βιβλίου.
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ “ΕΣΤΙΑΣ” Ι. Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε.
Επιλογή για εκτέλεση.
ΣΣ. Κατά διαστήματα γίνεται το λεγόμενο “ξάφρισμα”. Επιλέγουν οι Τούρκοι μερικά άτομα από τις ομάδες αιχμαλώτων, τα απομακρύνουν από τους άλλους και με διάφορους τρόπους τα εξοντώνουν.
……. Πλησιάζει εκεί ο πρώτος αξιωματικός. Είναι αυτός ο ίδιος που μας χτυπούσε το πρωί. Ο αξιωματικός βλέπει με το φως και τραβά έναν δικό μας όξω απ’ τη γραμμή, στο πλάι. Τον κοιτάζει, γελά, ύστερα προχωρεί παρακάτω. Τραβά άλλον ένα.
—Κ’ εσύ, παλιόσκυλο! Λέει.
Άλλον ένα. Το φως, ο στρατιώτης με τη λάμπα, πλησιάζει ολοένα στο μέρος μας. Αυτό το φως λάμπει σα να έχει μια φοβερή υποχρέωση — έτσι, να πρέπει. Μια γρήγορη στιγμή αναρωτιέμαι αν διαλέγει μικρούς για μεγάλους. Μα βλέπω πως παίρνει ανακατωτά, απ’ όλα τα τσεσίτια. Στο μεταξύ το φως έφτασε. Είναι μπροστά μου. Αισθάνουμαι τα μικρά μου χρόνια απροφύλαχτα, έτσι στήθος με στήθος. Η ανάσα κόβεται. Το χέρι του αξιωματικού απλώνεται να με τραβήξει. Μα την ίδια ακριβώς στιγμή, μια τιποτένια στιγμή, τακ, ο αξιωματικός παραπάτησε απ’ το μεθύσι. Γελά. Κάνει προσπάθεια να ισορροπήσει, αλλά με την κίνηση τούτη η θέση του αλλάζει κατά δυο πόντους. Δυο τιποτένιοι πόντοι. Το χέρι του πέφτει ίσα πάνου στον καπετάνιο, δίπλα μου.
Ανασαίνω βαθιά. Α, εκεί βαθιά είναι μια σκληρή χαρά, μια τέτοια σκληρή χαρά…
Οι Ιερείς
ΣΣ. Στο συγκλονιστικό αυτό απόσπασμα από το «Νούμερο 31328» του Ηλία Βενέζη περιγράφεται η άφιξη μιας ομάδας ηλικιωμένων ιερέων του Αϊβαλιού σε έναν χώρο κράτησης των Ελλήνων αιχμαλώτων κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Στην συνέχεια με τα “ξαφρίσματα” εξοντώνονται όλοι.
……….ΚΟΝΤΑ μεσημέρι ακούσαμε πολύ βουητό. Η πόρτα της αποθήκης άνοιξε, και χύθηκε μέσα αλαλάζοντας το νέο πράμα. Στην αρχή τρομάξαμε, προσπαθούσαμε να μαντέψουμε τι να ‘ταν τα σχέδια τούτα. Ύστερα, γεμάτοι θαυμασμό, τους αναγνωρίσαμε. —Μωρέ! Μωρέ!
Ήταν μια πηχτή μάζα από κοιλιές που πρόβαλαν στην αρχή, άλλες γυμνές στα φόρα, άλλες κρυμμένες πίσω απ’ τα λινά μακριά σώβρακα που ξεφτούσαν στα λασπωμένα ποδάρια. Ύστερα ήρθαν τα κεφάλια, μάτια, κοτσίδες, γένια, όλα μαλλιά κουβάρια σα να γύριζαν από καβγά.
—Μωρέ, οι παπάδες μας!
Ήταν καμιά τριανταριά, όλοι οι γέροντες του Αϊβαλιού. Σε λιγοστούς μονάχα κυμάτιζαν κάτι απομεινάρια από ράσα. Ένα δυο διατηρούσαν ακόμα στραβά, τσαλακωμένα απ’ τα χτυπήματα, τα καλυμμαύχια. Οι άλλοι ήταν ολόγυμνοι, με τις φανέλες και τα σώβρακα. Ρίχτηκαν χάμου και φώναζαν όλοι μαζί απ’ τους πόνους. Ύστερα, σπρωγμένοι από την πείνα, χύθηκαν στα παστά. Αρπούσαν τις σαρδέλες και τις κατέβαζαν μονοκόμματες με τα λέπια, πίναν κουβαδιές νερό, πάλι, πάλι. Μονάχα δυο, έτσι που πέσαν, δε μετασάλεψαν, μια νέα, ήμερη, αχαμνή μορφή, κ’ ένας γέροντας πάνου από εβδομήντα χρονώ. Στέναζαν. Οι παπάδες είχαν κάμει τον ίδιο δρόμο μ’ έμας μια μέρα αργότερα. Τους ρωτούσαμε να μάθουμε νέα. Δεν προφτάξαν να μας πουν. Ήρθε το απόσπασμα. Μας σηκώνουν για δρόμο. Εμείς είχαμε συνεφέρει λίγο απ’ τον ύπνο της νύχτας και το ψωμί. Μα οι ιερωμένοι ήταν να τους κλαις. Προπάντων οι δυο δε θέλαν να σηκωθούν. Τους βιάσαν. Πέσαμε στο δρόμο. Αριστερά γυάλιζε η Ακρόπολη της Περγάμου — Άτταλος ο Γ’ διαζευχθείς την σύνευνον αυτού… Η πομπή σταμάτησε. Φασαρία. Οι στρατιώτες βλαστημούσαν, φώναζαν. Ο γεροπαπάς δεν ήθελε να προχωρήσει. Έπεσε. —Πιάστε τον δυο απ’ τα χέρια! διατάζει ο αρχηγός. Τον πιάσαμε δυο απ’ τις μασχάλες και προχωρήσαμε. Μα τα ποδάρια του έμεναν, σέρνουνταν. Σταματήσαμε πάλι. Ο λοχίας, έξω φρενών, έρχεται από πίσω. Με την μπούκα του τουφεκιού του φέρνει μια, δυο, τρεις στη μέση, να τον ζωντανέψει. Ξέφυγε απ’ τα χέρια μας, βάρυνε, έπεσε. Οι στρατιώτες, είδαν κι απόειδαν, τον τράβηξαν στην άκρη του δρόμου, τον αμόλαραν μπρούμυτα κι άρχισαν να του κατεβάζουν απανωτές κοντακιές. Μήτε καν στέναζε. Μονάχα η γλώσσα του έγλειφε τη γης — να δοκιμάσει, στυφή είναι, πικρή είναι; …… Η νέα πόστα που μας παρέλαβε ήταν καβαλαραίοι. Είχαν μια λαμπρή ιδέα: Αφήσαμε τον ίσιο δρόμο, πέσαμε μες στα χωράφια. Αυτό ήταν μια αλύπητη δοκιμασία για τα γυμνά φουσκαλιασμένα ποδάρια μας. Οι βόλοι το χώμα ήταν ξεροί και ντούροι απ’ τον ήλιο. Δεν είχε βρέξει ακόμα. Κοιτάζαμε να τους ξεφύγουμε, γιατί δεν μπορείς μαζί τους να κρατήσεις ισορροπία ξυπόλυτος. Μα πέφταμε στην άλλη ευλογία, σε κάτι παλιάγκαθα που μας παλάβωναν. —Δεν μπορώ! Δεν μπορώ πια! Όλοι φώναζαν. Κι όμως όλοι τρέχαμε μη μείνουμε πίσω. Τρέμαμε πως όποιος μείνει τελευταίος θα τον σκοτώσουν. Ο ένας βιαζόταν να προσπεράσει τον άλλο, και τον άλλο — ένας παλαβός συναγωνισμός που πνιγόταν στα μουγκριχτά μας. Ξεκολλούσαμε, στα πεταχτά, τ’ αγκάθια απ’ τις πατούνες και τρέχαμε. Τρέχαν από πίσω μας κ’ οι στρατιώτες με τ’ άλογα, και μας χτυπούσαν με τα κοντάκια μη σταθούμε. Ήμαστε ένα κοπάδι σαν τ’ αναμαλλιασμένα ζα — τρέχουν στον κάμπο να σταλιάξουν κάπου γιατί μυρίστηκαν το μπουρίνι. ΣΣ. Οι βιασμοί ανδρών και γυναικών ήταν συχνοί. Ο Βενέζης περιγράφει βιασμούς γυναικών σε διάφορα σημεία του βιβλίου. Οι εικόνες είναι σοκαριστικές. ………Νυχτωθήκαμε στο Αγιασμάτ. Μας πήγαν σ’ ένα σκοτεινό χαμηλό χτίριο. Μόλις μπήκαμε μέσα μας χτύπησε μια μυρουδιά από κοπριά, από θειάφι κι αγιοσύνη. Καταλάβαμε πως πρόκειται για έναν οίκο του Υψίστου που χρησίμευε τώρα για στάβλος ή αποθήκη. Νεκρή ησυχία βασίλευε. Χύσαμε με τις χούφτες το θόρυβο που έβγαινε απ’ τα πικραμένα στόματά μας. Ύστερα ξαπλώσαμε πάνω στις πλάκες όπως βρεθήκαμε ο καθένας. Ο Αργύρης κοντά μου. Στο βάθος, προς το μέρος του Ιερού, πήγε η φαμίλια. Το καταλαβαίνω απ’ το παιδάκι που κλαίει. Θα φοβάται το πολύ σκοτάδι….. ΣΣ Μπαίνουν στην Εκκλησία τρεις Τούρκοι στρατιώτες ψάχνοντας, γυναίκα, κρατώντας ένα κερί, για ικανοποιήσουν τις ορέξεις τους. ….. Το κερί έφταξε στον προορισμό του, στο Ιερό. Ακούμε μια στριγγιά γυναικεία κραυγή που ξεπετιέται από κει, στο βάθος, χαστουκίζει για ένα γρήγορο λεπτό τον πικρόν αγέρα. Ύστερα άλλη μια κραυγή. Μα τούτη σβήνει απότομα από κάποιο χέρι που βούλωσε το στόμα που φώναζε. Οι στρατιώτες, φαίνεται, νοιάζονταν να μη γίνει θόρυβος. Οι σύντροφοι σηκώνουνται σιωπηλά, με προφύλαξη, και κουνιούνται προς το Ιερό, να δουν. Σηκώνουμαι κ’ εγώ και πάω κοντά, τοίχο τοίχο, κρυμμένος στο μισοσκόταδο. Η γυναίκα βαστούσε τον άντρα της με τα δυο χέρια και δεν ήθελε να ξεκολλήσει. Το παιδάκι είναι ξαπλωμένο ανάμεσά τους. Δεν ξύπνησε ακόμα. Μια μπούκλα γεμάτη σκόνη έχει κολλήσει πάνω στο μέτωπο, πέφτει εκεί πλάι, στο κατεβασμένο βλέφαρο. Είναι τόσο ήμερο— μια μπούκλα. Θα ονειρευόταν. Ο στρατιώτης τραβούσε τη γυναίκα, στην αρχή αδύνατα, ήθελε να είναι αβρός. Μα ολοένα δυνάμωνε, ολοένα, το τράβηγμα. Ανυπομονούσε. Τα μάτια του ήταν τεζαρισμένα απ’ την επιθυμία και, όπως η αντίσταση της γυναίκας συνεχιζόταν, μια γρήγορη λάμψη χίμηξε μέσα τους και τ’ άλειψε με φως. —Γλιτώστε με!… Γλιτώστε με!… Ο άντρας ακούει τη γυναίκα του. Έχει ένα χαμένο ύφος, η μιλιά είναι δεμένη μες στο στόμα του, αλυχτούσε να βγει. Δεν έβγαινε. —Κ’ εσύ δε με σκοτώνεις! του φώναζε η γυναίκα με απελπισμένη οργή. Δε με σκοτώνεις!… Συγκινημένος, χαμένος, κατορθώνει τέλος να ικετέψει τους στρατιώτες: —Λυπηθείτε μας!… Λυπηθείτε μας!… Ανασηκώθηκε λίγο προς τα μπρος, έκαμε μια προσπάθεια να κρατηθεί σ’ αυτή τη στάση της αδέξιας γονυκλισίας. Μια κλωτσιά στα πλευρά. Ο μεγάλος όγκος του έπεσε απότομα πίσω. Κ’ η γυναίκα έχασε την επαφή μαζί του. Έκαμε να πιαστεί κάπου, κι άρπαξε το ποδαράκι του παιδιού. Κι αυτό, που ξύπνησε, ξεφώνιζε μαζί της: —Μητερούλα!… Μητερούλα!… Ένα μικρό διάστημα τη σέρναν. Έσερνε και το παιδάκι μαζί της. Ύστερα το παράτησε. Βγήκαν απ’ το Ιερό. Σταμάτησαν κοντά στην είσοδο, πίσω από μια κολόνα. Ένας τους πήρε μια πλατιά σανιδένια τάβλα, που ήταν στην πόρτα, και την ακούμπησε στην κολόνα, να προφυλάξει το μέρος να μη βλέπουμε. Μα για το σκοπό τούτον η τάβλα ήταν μικρή, πιο μικρή απ’ το μπόι του ανθρώπου. Λίγα πράματα μονάχα κρύβουνταν. —Εδώ μέσα!… Μπρος στα μάτια μας!… μουρμουρίζει ένας με φρίκη. Τα σκυλιά! —Σουτ! κάνει κάποιος άλλος. Κρυμμένοι μες στο σκοτάδι είχαμε κολλήσει τα μάτια εκεί. Οι καρδιές χτυπούσαν. Κοιτάζαμε με περιέργεια αδυσώπητη, σα λύσσα, μη μας φύγει και η ελάχιστη λεπτομέρεια. Ο ένας στρατιώτης πολεμούσε να ρίξει τη γυναίκα ανάσκελα χάμου. Δεν έπεφτε. Τότες την έπιασαν οι δυο απ’ τα χέρια κι ο τρίτος απ’ τα ποδάρια. Άφησαν πια κατά μέρος την αβρότητα. Τα χέρια τους, τα κορμιά τους δούλευαν με γρήγορες νευρικές κινήσεις, δεν άντεχαν πια. Την ξάπλωσαν ανάσκελα. Ο μεσαίος στρατιώτης βιαζόταν να τη λευτερώσει από ένα δυο ρούχα. Οι άλλοι την κρατούσαν με τα χέρια κολλημένα πάνου στο στήθος. Για μια τελευταία φορά πολέμησε να μαζέψει τις δυνάμεις της, ν’ αντισταθεί. Ξέφυγε, στριφογύρισε σα φίδι, ουρλιάζοντας: —Σκοτώστε με! Σκοτώστε με! Τη φέραν πάλι στα ίδια, ανάσκελα, με κολλημένα πάνω της τα τρία ζευγάρια χέρια. Μη έχοντας πια να κάμει τίποτα άλλο, έπιασε να χτυπά το κεφάλι της απανωτά, απελπισμένα, στις πλάκες. Ο βουβός κρότος νοιαζόταν να διατηρηθεί μια στιγμή μες στις φωνές της, που ολοένα αδυνάτιζαν. Τέλος μέρεψε οριστικά. Άκουγες μονάχα ένα σιγανό, κλαμένο μουρμουρητό, ένα παράπονο. Και πολύ αραιά, ένα δυο τελευταία χτυπήματα του κεφαλιού στις πλάκες — κάτι καθυστερημένα χειροκροτήματα μες στη λαχανιασμένη ανάσα του ζου, από πάνω της, που «εκφραζόταν». Γύρισα τα μάτια. Δυo τρεις σύντροφοι είχαν μαζευτεί κοντά κοντά, ολόρθοι, και κάνανε ένα προπέτασμα γύρω στον άντρα της, να μη βλέπει. Είχε ζαρώσει εκεί, κουρελιασμένος, μισόγυμνος, συντριμμένος, έσκυβε πάνου στο παιδάκι του με τις μπούκλες που βέλαζε, το ‘σφιγγε. —Πώς θα το βαστάξω;… Πώς θα το βαστάξω;… μουρμούριζε μες στα δάκρυά του. Ένας απ’ τους δικούς μας θέλησε να τον ησυχάσει. —Σύντροφε, δεν είναι ντροπή. Όλοι μας μια μέρα μπορούμε να το βεβαιώσουμε πόσο ήταν αδύνατο να κάμεις εσύ τίποτα… Ο σιγανός ολολυγμός ερχόταν ολοένα πιο αδύνατος απ’ το άλλο το φτωχό μισολιποθυμισμένο πλάσμα εκεί. Περνούσε μες απ’ το προπέτασμα που κάναμε γύρω στον άντρα της, έφτανε σα λυρική νότα, ένας στίχος με σούρουπο, ένα «παρών». —Δεν είναι ντροπή, σύντροφε… Οι Βιασμοί συνεχίστηκαν κατά την διάρκεια της πορείας. Οι στρατιώτες σαν απόφαγαν θέλαν και να «εκφραστούν». Τραβούσαν τις γυναίκες, κι αυτές κάνανε τη συνηθισμένη αντίσταση. Ύστερα τις πήραν και χάθηκαν εκεί σιμά, μες στα μεγάλα κλήματα του αμπελιού. Μείναν μονάχα δυο, να μας φυλάγουν. Οι στρατιώτες δεν άργησαν πολύ με τις γυναίκες. Ένας ένας άρχισαν να ‘ρχουνται. Τα ματόκλαδά τους πέφταν βαριά, περπατούσαν με αργές κινήσεις, σα λυρικοί ήρωες κινηματογράφου. Ύστερα ήρθαν κ’ οι γυναίκες. Το κορίτσι έσιαζε λίγο τα στραπατσαρισμένα ρούχα του. Μα η άλλη, η μητέρα, τίποτα. Ήρθε ανάμεσά μας κοιτάζοντας ίσα, αδιάφορα. Στο στραγγισμένο πρόσωπο τα χείλια της σφιγμένα και ακίνητα. Σα να νοιάζουνταν να διατηρήσουν μες στα δόντια μια περήφανη αταραξία υποταγής — μη βγει και σκορπίσει. Σε λίγο ξεκινούμε. Οι χωριανές με τους φερετζέδες κάθουνται στο δρόμο και μας κοιτάζουν. Άλλες έρχουνται πιο σιμά και μας χτυπούν. Μια γριούλα, ένα ερείπιο, δε νοιάζεται να κρύψει το γερασμένο μούτρο της. Πάνω του βαραίνει η πίκρα, ένα πυκνό στρώμα. Δε βλέπει, μισότυφλη. Απλώνει τα μικρά χέρια που τρέμουν. —Αμάν! παρακαλεί τους στρατιώτες. Δώστε μου έναν… —Αλ, ανά (πάρε, μητέρα), λέει ο στρατιώτης στη γριούλα, και με σπρώχνει. Στέκουμαι. Ένα αδύνατο χεράκι. Χραπ. Μόλις το ξεχωρίζω. Σα να είναι σε όνειρο. Με χτυπά, να εκδικηθεί. Είναι αλαφριά, πολύ πολύ. Σα να με χαϊδεύει. ΣΣ : Ένα άρθρο των New York Times της 23ης Δεκεμβρίου 1924 έγραφε ότι στην Μασσαλία αφίχθει ένα πλοίο που φέρει τη βρετανική σημαία και το όνομα Ζαν-Μ που μετέφερε ένα μυστηριώδες φορτίο 400 τόνων ανθρώπινων οστών που αποστέλλονται για βιομηχανική χρήση. Το ίδιο δημοσίευμα υπάρχει στη γαλλική εφημερίδα Midi και στην ελληνική εφημερίδα Macedonia. Τα οστά λέγεται ότι φορτώθηκαν στα Μουδανιά της θάλασσας του Μαρμαρά και ότι είναι τα λείψανα των θυμάτων των σφαγών στη Μικρά Ασία. Ας δούμε ένα σχετικό απόσπασμα από το Βιβλίο του Ηλία Βενέζη ….. Ανέλπιστα, μια μέρα δε μας βγάλανε για δουλειά. —Τι τρέχει; Και την άλλη τα ίδια. Δεν μπορούμε να το ξηγήσουμε. Τέλος το μαθαίνουμε: Θα ‘ρχόταν μια επιτροπή, ένας Σπανιόλος λέει, Ντελλάρα τ’ όνομα, να μας δει πώς τα πάμε. —Αλήθεια, μωρέ παιδιά μου; Ταυριά δεν είναι που έχουνε κει κάτου στην πατρίδα του; Ένα πρωί μας παίρνουν καμιά εξηνταριά σκλάβους για μια μικρή αγγαρεία. Είναι λίγο όξω απ’ τη Μαγνησά. Δίπλα στις ράγιες του σιδηρόδρομου τελειώνει μια μεγάλη χαράδρα, ανάμεσα στο Σίπυλο. Τη λεν «Κιρτίκ-ντερέ». Μες σ’ αυτή τη χαράδρα λογάριαζαν πως θα σκοτώθηκαν ίσαμε σαράντα χιλιάδες χριστιανοί απ’ τη Σμύρνη κι απ’ τη Μαγνησά, αρσενικοί και θηλυκοί. Τις πρώτες μέρες της καταστροφής. Τα κορμιά λιώσανε το χειμώνα, και το νερό της χαράδρας που κατέβαινε από ψηλά έσπρωξε τα κουφάρια προς τα κάτω. Έτσι φτάξανε ίσαμε το δρόμο, στις ράγιες. Ο Ντελλάρα σα θα ‘ρχόταν θα φούμερνε ένα πούρο. Μες στο «βαγκόν-λι». Θα κοίταζε απ’ το παραθυράκι όξω και θ’ αποθαύμαζε το τοπίον. Εκεί, άξαφνα, μπορούσε να προσέξει τα κουφάρια. Κεραμιδαριό η έκσταση! Λοιπόν η δουλειά μας όλη τη μέρα ήταν να σπρώξουμε τα κουφάρια, που ατάχτησαν, προς τα μέσα. Να μη φαίνουνται. Στην αρχή μας έκανε κακό να τα πιάνουμε με τα χέρια μας, αγκαλιές αγκαλιές, και να τα κουβαλούμε. Μα σε λίγες ώρες οι πρώτες εντυπώσεις είχαν περάσει. Οι σκλάβοι κάναν κι αστεία. —Τι βαστάς; ρωτούσε ένας. Ο άλλος κοιτάζει την αγκαλιά του. Περπατά και μετρά: —Δυo κεφάλια. Πέντε καλάμια. Έξι χτένια. —Αρσενικοί, για θηλυκοί; —Σαν αρσενικοί μοιάζουν. —Δεν ψούνισες καλά, σύντροφε! —Γιατί; Ο άλλος δείχνει θριαμβευτικά τη δική του αγκαλιά: —Κοίτα δω! Μια λεκάνη, δυο λεκάνες, τρεις λεκάνες! Και μοιάζει όλο γυναικείο πράμα… Σε κάμποσα καλάμια, κόκαλα χεριών, βρίσκαμε διατηρημένο ένα ψιλό σύρμα. Ο χριστιανός θα ‘ταν δεμένος με κάποιον άλλο — μα, με το κατρακύλισμα στη χαράδρα, αυτός ο σύντροφος σκελετός είχε ξεκόψει. Ένας όμως από μας στάθηκε τυχερός. Βρήκε τέσσερα κόκαλα χεριών δεμένα μαζί μαζί. Έτσι μαζί μαζί τα σήκωσε και τα κουβάλησε παραμέσα. ΜΕΣΗΜΕΡΙ. Βαρεμένοι απ’ αυτό το πάνε έλα. Περπατούμε αργά, ναρκωμένοι απ’ τον φρέσκο ήλιο. Κ’ οι κουβέντες, τ’ άγαρμπα αστεία, έχουν σταματήσει. Κανένας δε βγάζει μιλιά. Μονάχα όταν ένας βρήκε ένα μικρό κρανίο το έδειξε στους αλλουνούς. —Για δέστε, είπε Ήταν παιδάκι. —Αλλάχ!… Αλλάχ!… μουρμουρίζει ταραγμένος ο μαφαζάς. Καθίσαμε να φάμε ψωμί. Κανείς δεν έχει όρεξη. Ένας λέει: —Πόσω χρονώ να ‘ταν; —Για το παιδάκι λες; —Ναι. —Τι θα ‘ταν; Κάνα δυο χρονώ. Νωρίς νωρίς το βράδυ είχαμε τελειώσει. Ο λοχίας πάει στη σιδηροδρομική γραμμή. Κοιτάζει από κει πάνου αν φαίνεται τίποτα στο άνοιγμα της χαράδρας. Δε φαινόταν. —Εν τάξει! Ένα δυο παίρνουν ενθύμια γι’ αυτή τη μέρα. Άλλος ένα σύρμα. Άλλος ένα μικρό κόκαλο. —Τι κουράγιο είναι αυτό! διαμαρτύρεται ένας σύντροφος. —Είναι για δείγμα! άπαντα τότες ένας απ’ αυτούς. Σαν πέσαμε στο δρόμο να γυρίσουμε στο στρατόπεδο, ο νους μας δεν μπορούσε να φύγει απ’ τον τόπο που αφήσαμε. Η χαράδρα με τους σκελετούς βάραινε κυριαρχικά — κάτι κουνιόταν, μας παρακολουθούσε βήμα με βήμα. Σε μια πηγή σταθήκαμε. Πλύναμε τα χέρια μας, τα πρόσωπά μας. Σα ν’ αλαφρώσαμε. —Τι θα γίνουν τόσα κόκαλα; αναρωτιέται μια στιγμή ένας. Ο Μίλτος τον κοιτάζει ήρεμα. —Δεν ξέρεις τι γίνεται με τα κόκαλα; —Όχι. —Κοπριά, σύντροφε. —Τι έκανε λέει; —Κοπριά, σύντροφε. Θα δεις μια μέρα που θα μοσκοπουληθούν. Θα δεις… Ήταν ταξιδεμένος ο Μίλτος. Ήξερε. Ω, βέβαια, έτσι θα γίνει: Απ’ το Σαουθάμπτον—κάποιο τέτοιο «μπτον»— θ’ αριβάρει μια μέρα ένας μπιχιμίχος. Θα σιάξει τα γυαλιά του, θα ξετάσει το πράμα: ποιότης έξτρα για χημικά λιπάσματα. «Πόσα τον τόνο;» «Τόσα.» «Ω, μα αλλού πήραμε τούρκικο πράμα, βουλγάρικο πράμα, ρούσικο πράμα τόσα!» «Μα τούτο δω είναι γνήσιο ελληνικό!» θα του αντιτάξει ο πλασιέ. «Αλήθεια γνήσιο;» «Αλήθεια.» «Ε, τότε ας πάει και το παλιάμπελο!» Και ο μπιχιμίχος θα συγκατατεθεί σε τιμή ένα γρόσι μεγαλύτερη — επειδή τώρα πια θα ήταν στη μέση ο Περικλής και ο Ικτίνος. ΣΣ Στο συγκεκριμένο απόσπασμα του βιβλίου «Νούμερο 31328» του Ηλία Βενέζη, η λέξη «μπιχιμίχος» χρησιμοποιείται σατιρικά και ειρωνικά για να περιγράψει έναν ξένο εμποράκο, πανούργο πραγματευτή. Από τα συμφραζόμενα φαίνεται ότι πρόκειται για έναν ξένο έμπορο από το εξωτερικό («από το Σαουθάμπτον») που έρχεται να αγοράσει ανθρώπινα κόκαλα για χημικά λιπάσματα — μια πολύ σκοτεινή και πικρή ειρωνεία του Βενέζη πάνω στην εξαθλίωση και την εμπορευματοποίηση του θανάτου. Η ειρωνεία του αποσπάσματος κορυφώνεται όταν ο «μπιχιμίχος» δέχεται να πληρώσει λίγο ακριβότερα επειδή το προϊόν είναι «γνήσιο ελληνικό» — δηλαδή ο Βενέζης σατιρίζει τη χρήση της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς («Περικλής και Ικτίνος») ακόμη και για εμπορική εκμετάλλευση νεκρών ανθρώπων.Η Πορεία
Οι Βιασμοί
Η Εκδίκηση
Τα Οστά


